Ο σημερινός Υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος είχε στο παρελθόν ως νομικός μέσα από τις δημόσιες τοποθετήσεις του μιλήσει πολλές φορές με προβληματισμό για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.

Σε σημείωμα του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 23/06/2004[1] αναφέρει χαρακτηριστικά

Σε αρκετές από τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου πρέπει να γίνει κριτική με επιστημονικά εργαλεία και με τα μέσα που προσφέρει η δημοκρατία. Η δυνατότητα π.χ. να ζητείται η έκδοση προσώπου όχι για να εκτελεστεί η ποινή, αλλά προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη -δηλαδή, υπόπτου- μπορεί να εγείρει πολλά ζητήματα.

Πάντως, εν όψει της στενότητας του χρόνου, η άμεση κριτική που μπορεί να ασκηθεί είναι πολιτικής υφής. Κρίσιμες αποφάσεις για την εθνική κυριαρχία, για την ασφάλεια και το κράτος δικαίου λαμβάνονται από ευρωπαϊκά όργανα (αποφάσεις-πλαίσια), χωρίς επαρκή ευρύτερη ενημέρωση του ευρωπαϊκού δήμου και με ελλείμματα αντιπροσώπευσης.

Σε πιο πρόσφατο και εκτενέστερο άρθρο του πάλι στην εφημερίδα  Ελευθεροτυπία στις 8/7/2009[2] και με αφορμή την υπόθεση Χριστοφοράκου κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση λέγοντας ότι η απόρριψη της έκδοσης βάση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από τις Γερμανικές Αρχές είναι προτιμότερη από πλευράς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της εθνικής κυριαρχίας παρότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μας συμφέρει.

Τονίζει μάλιστα την διαχρονική αξία που μπορεί να έχει μια τέτοια νομική προστασία ενώ αναφέρεται και στο ζήτημα μη αναλογικότητας των ποινών που προέκυψε μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Αδυνατούμε να μη δούμε γιατί δεν ισχύει το ίδιο και στην υπόθεση των 5 φοιτητών που στην Ιταλία κινδυνεύουν με πολλαπλάσιες ποινές στην Ιταλία (8-15 έτη) σε σχέση με την Ελλάδα (πλημμελήματα).

Επίσης αναφέρεται ακόμα και στο κλίμα που έχει δημιουργηθεί στο δημόσιο λόγο ως στοιχείο που θέτει σε αμφιβολία αν θα υπάρχει δίκαιη δίκη στην περίπτωση Χριστοφοράκου. Κάτι που δεν διαφέρει στην περίπτωση των 5, με τα ιταλικά ΜΜΕ αλλά και κρατικά στελέχη από την πρώτη κιόλλας μέρα έκδοσης του εντάλματος χωρίς να έχει γίνει καν προανάκριση να μιλάνε για συλλήψεις των βασικών υπαιτίων των επεισοδίων…

Συγκεκριμένα ο κύριος Παρασκευόπουλος γράφει:

Η υπόθεση Χριστοφοράκου εμφανίζει παράδοξα χαρακτηριστικά. Το μοντέλο προβλημάτων που είχε προβλεφθεί αφορούσε ενδεχόμενη παράδοση Ελλήνων, επειδή θα τους ζητεί μια ξένη χώρα. Τώρα συμβαίνει το αντίστροφο: εμείς, κατ’ ουσίαν, επιχειρούμε να ασκήσουμε εξουσία στο γερμανικό έδαφος, ζητώντας τη σύλληψη εκεί ενός έχοντος και γερμανική υπηκοότητα προσώπου. Η Γερμανία φαίνεται, προσωρινά τουλάχιστον, να «υπερασπίζει» τον διωκόμενο, επιδιώκοντας την τήρηση διαδικαστικών και δικαιοκρατικών, κατά το Σύνταγμά της, όρων.

Οι σκέψεις, που υπαγορεύουν περίσκεψη και επιφυλάξεις κατά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ίσως σήμερα ευνοήσουν την υπερασπιστική πολιτική Χριστοφοράκου. Ας μη θεωρηθεί ύποπτο. Η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι οξυδερκής και αναλογική ενώπιον των ευθυνών, αλλά τυφλή ενώπιον των κοινωνικών ταυτοτήτων (φτωχός ή μεγαλόσχημος, πολιτικά ισχυρός ή αδύναμος, αλλόφυλος ή ομογενής). Οι πιθανότητες, εν τω μεταξύ, μιας δυσανάλογα βαρειάς μεταχείρισης εδώ δεν είναι αόρατες. Η ελληνική νομοθεσία, με την πρόβλεψη ισοβίων για οικονομικά εγκλήματα και η πίεση της εντυπωσιασμένης κοινής γνώμης συνιστούν συνθήκες υπερβολής. Η πρωτοβάθμια κρίση για το σκάνδαλο του Παντείου, με μεγέθη ποινής αδιανόητα για άλλη χώρα, αποτελεί ένα επίφοβο προηγούμενο.

Οι δικαιοκρατικές εγγυήσεις χρειάζονται, ιδίως όταν καταγράφονται κοινωνικές πιέσεις. Στα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, εξάλλου, η παρεμβατική πολιτική σήμερα μπορεί να δεσμεύει αμοιβαία για ενδοτικότητα αύριο. Η υπόθεση Siemens πιθανώς θα αποβεί ένας επίκαιρος μοχλός πολιτικών εξελίξεων, αλλά το θεσμικό βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι διαχρονικό. Η ελληνική έννομη τάξη για πολλοστή φορά θα δοκιμαστεί. Τώρα τουλάχιστον ο διάλογος έχει διευρυνθεί.

Τέλος γίνεται ιδιαίτερα επικριτικός για τον τρόπο με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης

Το πρώτο στάδιο ανήκει πάντοτε στη γραφειοκρατία. Στις ομάδες εργασίας και στις επιτροπές που σχεδιάζουν τα νομικά κείμενα και τις διεθνείς συμβάσεις, θα περίμενε κανείς να μετέχουν οι κορυφαίες αυθεντίες. Στην πραγματικότητα, εργάζονται συνήθως αξιωματούχοι εξαρτημένοι από τις εκτελεστικές εξουσίες, είτε την ευρωπαϊκή είτε τις εθνικές. Οι εκπρόσωποι των ισχυρών κρατών δίνουν τον ρυθμό. Οι πιο αδύνατες χώρες «χορεύουν» πρόθυμα και οι αντιρρησίες απομονώνονται. Τα επιχειρήματά τους φτάνουν να ηχούν σαν εξτρεμιστικά: «Είναι δυνατό να καθυστερήσει η καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος, επειδή κάποιοι είναι υπερευαίσθητοι ως προς τα ατομικά δικαιώματα;». Οχι, αντηχεί η διά βοής απάντηση. […] Μόνο στο τέλος, ιδίως αν κάποιες υποθέσεις προβληθούν από την τηλεόραση, γίνονται ευρύτερα αισθητοί οι νέοι θεσμοί. Τότε πια τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Ο κυρίαρχος λαός έχει βρεθεί σε θέση ρουά ματ.

[1] [2]

Ευχαριστούμε τον ΣΚ για την εύρεση των πηγών.