Μιλάνο, 22/03/2016

Από τους φυλακισμένους της 1ης Μαΐου

«Ανοιχτή επιστολή προς τους Έλληνες συντρόφους»

Προς τους Νίκο, Φοίβο, Κώστα, Οδυσσέα κι Αλέξανδρο,

Είμαστε πολύ χαρούμενοι που λάβαμε την αλληλέγγυα επιστολή σας. Νιώθουμε κοντά σας. Θα θέλαμε τώρα να σας απαντήσουμε με αυτή την ανοιχτή επιστολή.

Έχει υπάρξει πολύ ασυνήθιστο να ονειρευτούμε μαζί με άγνωστους σ’ εμάς ανθρώπους τους οποίους δεν είχαμε ξανασυναντήσει. Κι είναι ακόμη περισσότερο ασυνήθιστο να έχουμε ζήσει μαζί τους μια τέτοια ευτυχή ημέρα ταραχών όπως και κάναμε, δίπλα δίπλα, χωρίς την ανάγκη να γνωρίζουμε τα πρόσωπά σας. Κι είναι ακόμη πιο ασυνήθιστο να νιώσουμε τα βαθιά αισθήματα αδελφότητας που μας ενώνουν παρόλα τα χιλιάδες χιλιομέτρων της μεταξύ μας απόστασης και τις διαφορετικές γλώσσες που μας χωρίζουν.

Με αυτή την επιστολή θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε πως θεωρούμε τη φυλάκισή μας ως πολιτική συνέπεια της επιλογής μας που διαλέξαμε την πλευρά του ανθρώπινου πολέμου ενάντια στην εξουσία, και που επιλέξαμε την πλευρά όλων των καταπιεσμένων αυτού του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των ζώων και του πλανήτη: δεν έχουμε τη δειλία να παρουσιάσουμε τους εαυτούς μας ως θύματα. Εμείς, οι φυλακισμένοι, όλοι μας ανήκουμε στην μιλανέζικη αναρχική συλλογικότητα «The Pirates» [«Οι Πειρατές»], και γι’ αυτό αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας στις ιδέες της αδελφότητας, της ισότητας και της αλληλεγγύης που μας κρατάει ενωμένους, εμάς κι εσάς, σε αυτή την «μεγάλη οικογένεια» στην «πάλη ενάντια σε ολόκληρο τον κόσμο». μακροχρόνιοι εχθροί των εξουσιών, της κυβέρνησης, οποιασδήποτε μορφής κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης των ζωών μας. Μας ενώνει η επιθυμία της απελευθέρωσης των ζωών μας, η επιθυμία να αναπτυχθούμε ατομικά και συλλογικά ενάντια στην μοιρολατρία, την υποταγή και την μιζέρια της πόλης. Πιστεύουμε πως το παράθεμα του B. Bretch που χρησιμοποιήσατε στην εισαγωγή της επιστολής που μας στείλατε: Εκείνοι που κλέβουν το φαγητό από το τραπέζι, που διακηρύσσουν τη λιτότητα, […], είναι η καλύτερη εικόνα που περιγράφει το άνοιγμα της διεθνής τεχνολογικής έκθεσης [Expo] που συνέβη στο Μιλάνο την 1η Μαΐου, όταν η «οικονομική» και «πολιτική» ελίτ του κόσμου έλεγε ανοησίες για τη φτώχεια και τον λιμό.

Ενώ η ελίτ γιόρταζε με χαβιάρι και σαμπάνια στα κόκκινα χαλιά της, στην άλλη πλευρά της πόλης όλοι οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι, έγκλειστοι και περιφραγμένοι ανάμεσα σε εμπόδια και κόκκινες ζώνες, προσπαθούσαν να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί όχι μόνο ενάντια στην Expo, αλλά κι επίσης ενάντια στην καθημερινή δουλεία, δηλώνοντας ότι παλεύουμε σε όλους τους αγώνες που συμμετέχουμε. Ενάντια στη δουλεία ως εργασία, εντολές, σύστημα υγείας, οικονομία, πολέμους, κοινωνικές ανισότητες, καταστολή, ρατσισμός, εξώσεις… Μια μακρά λίστα για να γραφτεί εξ ολοκλήρου, ένας γαλαξίας ατομικοτήτων και συλλογικοτήτων που χρωμάτισαν το ξέσπασμα διαμαρτυρίας, εξέγερσης κι οργής. Θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν βρισκόμαστε στη ψυχρή ή ήμερη θέση εκείνων που μετανιώνουν τη θέρμη ή την ευχαρίστηση των στιγμών αυτών.

Δεν παλεύουμε για βελτιώσεις και μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα κάνουν υποφερτή τη ζωή σε αυτό το σύστημα, δεν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας ως φοιτητές, εργάτες ή ανέργους, είμαστε «πειρατές», είμαστε αναρχικοί σε πόλεμο ενάντια σ’ εκείνους που κατέχουν, αντιπροσωπεύουν κι υπερασπίζονται αυτό το αυταρχικό, φασιστικό και καπιταλιστικό σύστημα.

Είμαστε εκείνοι που νιώθουν μια πραγματική «αγανάκτηση», και δεν βρίσκουμε χρήσιμό αλλά επιζήμιο κι αντεπαναστατικό να μιλάμε για νόμιμους ή παράνομους αγώνες, για υπέρμετρο μίσος στη μάχη ενάντια στους βασιλιάδες και τους φρουρούς τους. Οι παππούδες μας αποκαλούνταν «Bandits» [«Ληστές»], έπρεπε να επιλέξουν να ζήσουν εκτός του νόμου, ήθελαν να επιλέξουν να ζήσουν στην παρανομία. Γι’ αυτή τους την επιλογή διώχθηκαν από τη λεγόμενη «νομική δικαιοσύνη», πολλοί εκτελέστηκαν δια απαγχονισμού ή τουφεκισμού για καταστροφές, ληστείες κι εμπρησμούς, στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν λίγη ελευθερία. μια ελευθερία που άμεσα τους αρνήθηκε  και προδόθηκε από εκείνους που αντάλλαξαν την αρχική εξεγερτική ώθηση με λίγη προσωπική εξουσία. Εκείνοι ήταν οι άνθρωποι οι οποίοι δεν κατανοούσαν της βασικές αρχές της μάχης τους: η ελευθερία πρέπει πάντα να επιδιώκεται κι υπερασπίζεται, δεν μπορεί να επιτευχθεί ή ανατεθεί από κανέναν πέρα από τους εαυτούς μας. Όλοι πρέπει να έχουμε τη σωστή γνώση για να είμαστε ικανοί να επιλέξουμε, να είμαστε ελεύθεροι και να συμμετέχουμε.

Κάτι παράνομο δεν σημαίνει πως είναι επίσης κι άδικο, όπως κάτι νόμιμο δεν σημαίνει πως είναι πάντα δίκαιο. Το τι είναι νόμιμο ή παράνομο σήμερα δεν είναι ζήτημα δικαιοσύνης, αλλά μάλλον αυτό που θεωρούν η εξουσία κι οι υπηρέτες της.

Μας χαροποιεί η αναστολή της απέλασής σας στην Ιταλία, είμαστε βέβαιοι πως αυτό θα έχει θετικές επιπτώσεις και για τη δική μας δίκη, στην οποία κατηγορούμαστε για ένα έγκλημα που ήταν αρχικά μέρος του «ποινικού κώδικα του Rocco [Ιταλός Υπουργός Δικαιοσύνης την περίοδο 1925-1932 στην κυβέρνηση Μουσολίνι]», ένας μοναρχικός και φασιστικός ποινικός κώδικας της δεκαετίας του 1930. γι’ αυτό το έγκλημα έως και σήμερα στο ιταλικό ποινικό κώδικα προβλέπεται θανατική ποινή με εκτέλεση δια τουφεκισμού, το οποίο αναγράφεται ακόμα εντός του κώδικα, μόνο που πλέον εντός παρένθεσης καθώς η θανατική ποινή πρόσφατα καταργήθηκε. Αυτό το έγκλημα δεν διορθώθηκε ως μια περίπτωση δραστικού και νοσταλγικού μέτρου, επειδή χρειάζεται για την προστασία του επερχόμενου καθεστώτος και για τη τιμωρία όσων θα του εναντιωθούν αποτελεσματικώς.

Στεκόμαστε υποστηρικτικά, κοντά και συμπονετικά. εδώ η αλληλεγγύη είναι ισχυρή. πολλοί άνθρωποι αγωνίζονται μαζί μας, μαζί σας, έξω από αυτούς τους γκρίζους, ψυχρούς και γεμάτους υγρασία τοίχους.

Αν οι δικαστές της παράλογης, φασιστικής κι αυταρχικής αυτής δίκης μπορούσαν πραγματικά να μας κρίνουν, αν είχαν πράγματι τα εργαλεία και τη γνώση να μας κατανοήσουν, θα ήταν σίγουρα μαζί μας, μαζί με τους κατηγορούμενους, μαζί μας στα οδοφράγματα, κι όχι στα γραφεία ενός δικαστηρίου. Αν οι δικαστές, δούλοι της εξουσίας που μας εκμεταλλεύεται και μας τιμωρεί, πιστεύανε ότι εκείνοι οι «πειρατές», εκείνοι οι ελεύθεροι άνθρωποι, αξίζει να κρατούνται στις φυλακές και να καταδικαστούν επειδή πολέμησαν δίπλα σε όλους τους εκμεταλλευόμενους αυτού του κόσμου προς υπεράσπιση της ελευθερίας, τότε δεν έχουμε τίποτα άλλο να κάνουμε από το να το αποδεχτούμε αυτό με γαλήνη και σταθερότητα, βέβαιοι πως δεν έχουμε να μετανιώσουμε για τίποτα.

Σας χαιρετούμε και σας αγκαλιάζουμε τώρα με την ελπίδα να μπορέσουμε, μια μέρα, να σας χαιρετίσουμε και να σας αγκαλιάσουμε κανονικά, ελεύθεροι.

Andrea (Casper), Nicolo (Iddu), Alessio (Molestio)

Belgrado Pedrini – Η Γαλέρα

Είμαστε τσούρμο αναιμικό
σε μια φτωχή γαλέρα
που πάνω της ο θάνατος
με πείνα αργά θερίζει

Ποτέ διαυγή ορίζοντα
η αυγή δεν έχει δείξει
στο βρώμικο κατάστρωμα
πάντα η φρουρά ουρλιάζει

Τις μέρες μας τις κλέβουνε
σε βρομερά σανίδια
κι είμαστε δούλοι ασθενικοί
δεμένοι με αλυσίδα

Φεγγάρι πάνω απ’ τη θάλασσα
στον ουρανό τ’ αστέρια
μα πάνω από τα φώτα μας
πένθιμο πέπλο πέφτει

Αγέλες δούλων ξέσαρκων
κωπηλατούν βογκώντας
την αλυσίδα σου αν δε σπας
πάνω στο κουπί πεθαίνεις!

Το λοιπόν, σκλάβε, που βογκάς,
κουπί θα τραβάς αιώνια;
Κάλλιο στο κύμα θάνατος
στη θάλασσα που αφρίζει

Κουπί θα τραβάμε ίσαμε
το πλοίο στα βράχια να πέσει.
Ψηλά τις μαυροκόκκινες,
στο σφύριγμα του ανέμου!

Κι αν είναι σάβανο άθλιο
το αφρισμένο κύμα
πάνω απ’ τους μάρτυρες θα βγει
της αναρχίας ο ήλιος!

Στα όπλα, στα όπλα, σκλάβοι, ορθοί!
το κύμα ανεβαίνει, μουγγρίζει
βροντές, αστραπές, κεραυνοί
χτυπούν τη μοιραία γαλέρα!

Στα όπλα, στα όπλα, σκλάβοι, ορθοί!
Παλέψτε σκληρά, με καρδιά,
δικαιοσύνη ορκιστείτε να γίνει
κι ή θάνατο, ή λευτεριά!

δικαιοσύνη ορκιστείτε να γίνει
κι ή θάνατο, ή λευτεριά!